ISSN: 2241-6692

BLOG

(Σημ. Επιμ.: Το ακόλουθο κείμενο είναι η ομιλία που ο σκηνοθέτης Ηλίας Δημητρίου εκφώνησε στο πλαίσιο εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2013 στο Μέγαρο Μουσικής, όπου σκηνοθέτες της νεότερης γενιάς προσκλήθηκαν να μιλήσουν για μια ταινία συναδέλφου τους)

Πρώτα απ’ όλα θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές αυτής της εκδήλωσης. Όμως, η αλήθεια είναι πως με παραξένεψε πολύ αυτή η πρόσκληση. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν πως ΔΕΝ είναι η δουλειά μου να μιλώ για τις ταινίες άλλων συναδέλφων… Φυσικά και μιλάμε για τις ταινίες! Τις κρίνουμε αυστηρά, με αιχμηρά, πολλές φορές, σχόλια, κι άλλοτε τις θαυμάζουμε, αλλά πάντα μεταξύ μας. Αυτό που κάνουμε πολύ συχνά είναι να μιλάμε για τη δική μας ταινία σε φεστιβάλ, σε συνεντεύξεις στα μέσα ενημέρωσης και άλλες εκδηλώσεις. Το να μιλήσεις όμως για την ταινία κάποιου άλλου αποδείχτηκε, για μένα τουλάχιστον, πολύ δύσκολο. Τι πρέπει να πω; Πώς να την παρουσιάσω; Ποια ταινία να διαλέξω για να μιλήσω; Και πρέπει να πω πως δυσκολεύτηκα ΠΟΛΥ να διαλέξω…

Ευτυχώς ή δυστυχώς μου έβαλαν τους όρους: να είναι μια ταινία ΜΕΤΑ τον Κυνόδοντα. Λέω δυστυχώς γιατί πολλές υπέροχες ταινίες γυρίστηκαν ΠΡΙΝ τον Κυνόδοντα. Και ίσως να είναι πολύ καλύτερες από αυτές που γυρίστηκαν μετά. Δεν ξέρω, επίσης – αν και είμαι κι εγώ ένας από τους θαυμαστές του Κυνόδοντα – αν αυτή η ταινία πρέπει να αποτελέσει τέτοιο σταθμό ώστε να μιλάμε για προ Κυνόδοντα και μετά Κυνόδοντα εποχή. Ας είναι όμως…

(…) Για να μην τα πολυλογώ τελικά αποφάσισα να μιλήσω για τον Οικονομίδη. Κανονικά για το Σπιρτόκουτο ήθελα να μιλήσω, αλλά επέλεξα τον Μαχαιροβγάλτη γιατί το Σπιρτόκουτο ανήκει στην προ Κυνόδοντα εποχή, αλλά και για ένα δικό μου προσωπικό λόγο.

Τον Γιάννη ΔΕΝ τον γνώρισα στην Κύπρο. Τον πρωτογνώρισα στην Ταινιοθήκη – όταν αυτή ήταν ακόμα στην Κανάρη – και αργότερα στη Δράμα. Θυμάμαι ακόμα εκείνη τη χρονιά που μου την είχε στημένη έξω από την αίθουσα. Μόλις είχε προβληθεί μια από τις σπουδαστικές μου ταινίες – μικρού μήκους – η οποία μάλιστα είχε καταχειροκροτηθεί και βραβευτεί. Ο Γιάννης παρ’ όλα αυτά ήταν έξαλλος. «Τι είναι αυτά;», μου λέει. «Αυτό είναι το σινεμά που θες να κάνεις; Με απογοητεύεις Ηλίκκο (το χαϊδευτικό του Ηλία στα Κυπριακά) και είχα πολύ καλύτερη ιδέα για σένα». Αυτά μου είπε και σηκώθηκε κι έφυγε.

Έκανα δυο χρόνια να του ξαναμιλήσω! Μέχρι και την Ταινιοθήκη έκοψα για να μην τον συναντώ… Κάποια στιγμή μιλήσαμε και πάλι. Συναντιόμαστε αραιά, ανταλλάσουμε μερικές κουβέντες – πάντα ουσιαστικές – γύρω από το σινεμά και μετά χανόμαστε ξανά, όπως συχνά συμβαίνει σ’ αυτή την πόλη που και οι δυο επιλέξαμε συνειδητά να ζήσουμε.

Ήρθε λοιπόν η ώρα να πάρω το αίμα μου πίσω! Πλάκα κάνω...

Βλέποντας τον Μαχαιροβγάλτη ήταν σαν να ξαναείδα ένα φίλο που τον είχα χάσει. Διάβαζα διάφορα άρθρα που γράφανε «ξεχάστε τον Οικονομίδη που ξέρατε», κι εγώ χαμογελούσα γιατί έβλεπα τον Οικονομίδη που πρωτογνώρισα. Είδα ξανά με χαρά και συγκίνηση τον Οικονομίδη των ταινιών Καλημέρα Νύχτα, Σταδιακή Βελτίωση του Καιρού, Μόνο Μυρίζοντας Γιασεμί να επιστρέφει σαν μετανάστης στην πατρίδα που είχε αφήσει χρόνια πριν, πιο σοφός και ώριμος πια.

Πρέπει να παραδεχτώ, όμως, πως όταν είδα το Σπιρτόκουτο παραμιλούσα. Βγήκα από το Άστυ όπου παιζότανε και έβριζα όπως οι ήρωες του. «Τον π…η», έλεγα, «τι ταινιάρα είναι αυτή που έκανε!». Τον πήρα την ίδια στιγμή τηλέφωνο. Ούτε ξέρω τι του έλεγα γιατί πραγματικά με είχε συγκλονίσει. Κακά κάδρα, άτεχνο φως, σκληρό μοντάζ, αλλά με συγκλονιστικές ερμηνείες και μια υπέροχη ιστορία. Όταν, όμως, είδα την Ψυχή στο Στόμα είπα: «πάρα πολύ ωραία ταινία, αλλά το έχουμε ξαναδεί το έργο». Ο φίλος μου έπεσε στην παγίδα πολλών σκηνοθετών. Κάνουν μια καλή ταινία και έπειτα παγιδεύονται σ’ αυτήν ξαναδημιουργώντας την. Όχι απαραιτήτως copy paste, αλλά λίγο-πολύ πέφτουν στην παγίδα της «ταυτότητας του ύφους», εγώ θα έλεγα απλά της μανιέρας. Πιστεύουν δηλαδή ότι ξαφνικά έχουν ανακαλύψει την γραφή που τους ταιριάζει και προχωρούν μ’ αυτήν χάνοντας σιγά-σιγά και την ψυχή τους ακόμα.

Στο Μαχαιροβγάλτη, λοιπόν, μπορεί οι χαρακτήρες να ανήκουν στο περιθώριο και πάλι, μπορεί η βωμολοχία τους να παρέμεινε ίδια, μπορεί να υπάρχει έντονο το στοιχείο της βίας, αλλά ο Οικονομίδης δεν έμεινε εκεί. Στη ταινία αυτή αφήνει τους χαρακτήρες του να αναπνεύσουν, τους δίνει χώρο, τους αφήνει να εκφραστούν μέσα από την σιωπή τους και αυτοί βυθίζονται αργά-αργά μέσα στην παρακμή τους. Ο Γιάννης με τον Μαχαιροβγάλτη φάνηκε πως θέλησε να αποτινάξει από πάνω του τη μανιέρα που του επέβαλε η επιτυχία του Σπιρτόκουτου. Αυτό φάνηκε από τα πρώτα κιόλας πλάνα. Ο Νίκος κάθεται με την πλάτη στην κάμερα, δίπλα στον ετοιμοθάνατο πατέρα του στο νοσοκομείο και τρώει ηλιόσπορους. Με συγχωρείς για την αδιακρισία, αλλά εγώ από αυτό το πλάνο θα ξεκινούσα την ταινία, Γιάννη. Ή με αυτό όπου ο Πέτρος Ζερβός περπατάει κουτσαίνοντας για να συναντήσει τον Νίκο (Στάθη Σταμουλακάτο) με φόντο τα φουγάρα της ΔΕΗ.

Η υπόθεση του Μαχαιροβγάλτη; Αρχετυπική! Ένας ιδιοκτήτης κάβας ποτών φέρνει στο σπίτι του τον άνεργο ανιψιό του για να προσέχει τα σκυλιά. Ο ανιψιός, φυσικά, ερωτεύεται την γυναίκα του θείου του και ο μόνος τρόπος για να ζήσουν τον έρωτα τους είναι να τον βγάλουν από τη μέση. Μια παραλλαγή του μυθιστορήματος του James Cain «Ο Ταχυδρόμος Κτυπάει Πάντα Δυο Φορές» σκηνοθετημένη ήδη από τους Bob Rafelson, τον Tay Garnett ή αν προτιμάτε τον Λουκίνο Βισκόντι με το Ossesione. Μόνο που εδώ η ταινία αντί να τοποθετηθεί στην Αμερική του μεσοπολέμου ή στην Φερράρα της Ιταλίας, τοποθετείται στην σύγχρονη Ελλάδα της κρίσης. Ο Οικονομίδης όμως δεν μένει στο μύθο. Ξεμπερδεύει πολύ γρήγορα με αυτόν και τον χρησιμοποιεί για να ασκήσει, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, οξεία κριτική στη νεοελληνική κοινωνία, αποδομώντας για ακόμα μια φορά τις ακλόνητες αξίες της αγίας ελληνικής οικογένειας.

«Η ταινία είναι τόσο μαύρη και εφιαλτική που καταλήγει όμορφη» διαβάζω κάπου. Κι έτσι είναι. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία, μπορεί σε κάποιους να φαίνεται «ριψοκίνδυνο εγχείρημα», όχι όμως για τον Οικονομίδη, ο οποίος έχει κινηθεί ξανά με άνεση στο ασπρόμαυρο περιβάλλον με τις μικρού μήκους ταινίες του. Αυτή την φορά μας πάει ένα βήμα παραπέρα. Καλοστημένα κάδρα, υπόγειος ρυθμός, βουβές σκηνές πίσω από τζάμια, αντανακλάσεις. Κι εκεί που λες ότι απλά εξωραΐζει την μιζέρια, ακούς τους ήρωες του να μιλάνε και σου γδέρνεται η ψυχή. Κι όταν οι ήρωες του σιωπούν, καταφέρνει να γίνουν ακόμα πιο βίαιοι. Μια απύθμενη βία που πηγάζει μέσα από τη σιωπή των χαρακτήρων του. Μέσα από τη βουβαμάρα της Γωγώς (Μαρίας Καλλιμάνη) και του Νίκου. Μια βουβαμάρα που φέρνει τον Μουρίκη στα όρια του. Κι εμάς μαζί…

Ο Οικονομίδης σε μια συνέντευξη λέει πως διάλεξε το ασπρόμαυρο για να κρύψει την ασχήμια της Αθήνας, και πως αυτό δημιουργεί ένα κόσμο ανάμεσα στο ρεαλισμό και το σουρεαλισμό. Όσοι όμως γνωρίζουν τον Γιάννη και τους αφορισμούς του ξέρουν πως το άσπρο και το μαύρο του πάει γάντι. Έτσι και οι ίδιες οι ταινίες του είναι απόλυτες. Αφοριστικές. Αυτό ας κάνει μανιέρα! Δεν κινδυνεύει! Το αντίθετο θα έλεγα. Ο Μαχαιροβγάλτης πήγε ένα βήμα παρά πέρα τον Οικονομίδη. Σε μια άλλη πιο ώριμη περίοδο. Σαν η ταινία αυτή να ήρθε για να ισορροπήσει τον παλιό με τον νέο Οικονομίδη.

«Μπορεί άραγε ο κινηματογράφος να είναι ταυτόχρονα λυρικός και ρεαλιστικός;» διαβάζω κάπου αλλού. «Να συνυπάρξουν αρμονικά η λεκτική βία και η ποίηση της εικόνας;» Η απάντηση στον Μαχαιροβγάλτη είναι σαφώς και ναι. Οι ήρωες του, ερμηνευμένοι υπέροχα από τους ηθοποιούς του, ισορροπούν ανάμεσα στο τραγικό και το γελοίο, ανάμεσα στην καρικατούρα και το απύθμενο βάθος, ανάμεσα στην πεζότητα και την ποίηση, γιατί είναι Έλληνες. Πραγματικά δεν ξέρω πόσο εύκολα μπορεί κάποιος ξένος να καταλάβει τον Οικονομίδη αν δεν έχει ζήσει σ’ αυτή την χώρα. Σίγουρα θα εκτιμήσει τις ταινίες του, αλλά ίσως του φανούν κάπως υπερβολικές, ιδιαίτερες, ίσως και αλλόκοτες, οι οποίες ταιριάζουν εύκολα στο περίφημο «Greek weird cinema». Όχι, ο Οικονομίδης είναι πέρα από αυτό το ρεύμα. Οι εικόνες του κρύβουν μια τρομακτική αλήθεια και αυτά που σε άλλους μοιάζουν με παραμορφωτικούς καθρέφτες για μας δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας κανονικός καθρέφτης. Ασπρόμαυρος, εντάξει. Με κάποιες εμμονές και ιδεοληψίες, μπορεί να πουν κάποιοι, αλλά εγώ θα έλεγα, το μόνο διαφορετικό που κάνουν είναι πως δεν φοβούνται να παρουσιάσουν τον άνθρωπο όπως είναι: Γυμνό. Ξεφτιλισμένο. Χωρίς καμιά ελπίδα. Έτοιμο να φάει τις σάρκες του διπλανού του.

Το σινεμά του Οικονομίδη είναι σκληρό, απάνθρωπο, σκοτεινό και απαισιόδοξο χωρίς ίχνος ελπίδας. Σαν τις μέρες που ζούμε… Αφήνει τους ήρωες του να σιγοβράζουν σε μια χύτρα ταχύτητας. Τους καταπιέζει, κι αφού τους καταπιέσει αρκετά, τους καταπιέζει κι άλλο. Κι εκεί που λες ότι θα ξεσπάσουν και θα γίνει χαμός, τους καταπιέζει λίγο ακόμα. Έτσι, για να δει τα όρια τους. Το θέμα με τις χύτρες, και όλες τις κατσαρόλες γενικότερα, είναι πως τις παρακολουθείς και τις κατεβάζεις από τη φωτιά, τις ψύχεις. Ο Οικονομίδης δεν αφήνει να συμβεί αυτό, γιατί έχει σφραγίσει τη βαλβίδα αποσυμπίεσης. Κι εκεί βρίσκεται η διαφορά. Λένε πως αν βάλεις στο στόμα του βάτραχου ένα τσιγάρο, φουσκώνει μέχρι να σκάσει. Ξέρει να ρουφάει τον καπνό, αλλά όχι να τον αποβάλλει. Έτσι κάνει και ο Οικονομίδης με τους ήρωες του. Τους αφήνει μέχρι να σκάσουν κι αυτοί σκάνε στα μούτρα μας. Φυσικά και με ενοχλεί αυτό το θέαμα, αλλά, αλήθεια, πόσο κόσμο ξέρουμε που απλά καταπίνει όλη αυτή την οικογενειακή, κοινωνική και κρατική βία χωρίς να αντιδρά; Στην ταινία περιμένεις να συμβεί η έκρηξη και αυτή δεν συμβαίνει παρά στο τέλος. Σαν λύτρωση, μια λύτρωση βρώμικη. Ε, όχι, δεν είναι το πιο ωραίο συναίσθημα να παρακολουθείς αυτή την εξέλιξη, αλήθεια είναι. Αγανακτείς. Δεν θες να βλέπεις άλλο. Θυμώνεις. Θες να σηκωθείς να φύγεις, αλλά δεν το κάνεις γιατί υπάρχει κάτι που σε μαγνητίζει σ’ αυτή τη διαδικασία, κάτι απάνθρωπο και χυδαίο. Και σταδιακά αρχίζεις, όχι να ταυτίζεσαι απλά, αλλά να μετατρέπεσαι σε έναν από τους ήρωες του. Θέλεις να βρίζεις σαν κι αυτούς, να φτύνεις, να θέλεις να τους πλακώσεις όλους στο ξύλο. Και στο τέλος, βγαίνεις κι εσύ από το σινεμά λερωμένος. Καλώς ορίσατε στον Μαχαιροβγάλτη, κυρίες και κύριοι. Ο Οικονομίδης φτιάχνει ταινίες για γερά στομάχια. Αν θες κάτι πιο light, δες απλά κάτι άλλο.

Για μένα, αν πρέπει να κάνω μια παρατήρηση σαν δημιουργός, θα πρέπει να πω πως το μόνο παράταιρο στοιχείο στην ταινία είναι η έγχρωμη σκηνή με την θεατρική παράσταση και την αιματοβαμμένη ελληνική σημαία. Νομίζω πως είναι περιττή. Όλη η ταινία σείεται λέγοντας ακριβώς αυτό που υποτίθεται συμβολίζει η σκηνή αυτή. Η ίδια η ταινία δείχνει μια αιματοβαμμένη πατρίδα. Δεν χρειάζεται να μας το ξαναπεί. Ούτε πιστεύω πως αυτός ο κακομοίρης θα πήγαινε να δει θέατρο και μάλιστα την Γκόλφω στην Αθήνα. Την άποψη μου λέω. Ελπίζω να μην κάνει ο Γιάννης να μου μιλήσει δυο χρόνια μετά απ’ αυτό, γιατί του έχω ένα μικρό ρόλο στην επόμενή μου ταινία.


<< NEW BOOKS: Masculinity and Gender in Greek Cinema by Achilleas Hadjikyriacou
Chronicling and Countering: 20 years “Balkan Survey” (*) >>